Ο κύκλος με την κιμωλία του Άουγκσμπουργκ

 

*Πρός τά τέλη του Μεγάλου Πολέμου των λαών ενάντια στή χιτλερική βαρβαρότητα και το Φασισμό, ό Μπέρτολντ Μπρεχτ γράφει τή νουβέλα «Ό κύκλος μέ την κιμωλία του Άουγκσμπουργκ». Εναι μιά αλληγορική αφήγηση και στή βάση της βρίσκεται ό πυρήνας ενός αρχαίου θρύλου γιά τό πώς λύθηκε ή διαφορά ανάμεσα σέ δυό γυναίκες πού διεκδικούσαν σάν μάνες τό Ίδιο παιδί.
Μέσα στό αποκορύφωμα της γιγαντομαχίας του πολέμου ό Μπρεχτ ξαναγυρνάει στόν άρχαίο θρύλο του «κύκλου μέ τήν κιμωλία» και γράφει τό θεατρικό έργο «Ό κύκλος μέ τήν κιμωλία του Καυκάσου». Σ’αύτό τό έργο ό μεγάλος δραματουργός του σοσιαλιστικού ρεαλισμού ξαναγυρίζει στό θέμα της κατάκτησης του δίκιου, άλλά σέ μιά διευρυμένη έννοια: Ποιος είναι, ό αληθινός εξουσιαστής και κυρίαρχος, όχι άπλά μιας ανθρώπινης ύπαρξης όπως στό θρύλο μέ τό παιδί του Άουγκσμπουργκ, άλλά όλης της γης, μιας χώρας, μέ όλα τά πλούτη της. Στή δεύτερη αυτή παραλλαγή, στή θεατρική δηλαδή διασκευή του «Κύκλου μέ τήν κιμωλία» ό Μπέρτολντ Μπρεχτ διακηρύσσει ότι ό αληθινός κυρίαρχος της γης, της χώρας δέν είναι άλλος άπό τό λαό, πού όχι μόνο δημιουργεί τά αγαθά, άλλά και τά χρησιμοποιεί γιά τό κοινό, γιά τό γενικό όφελος. Τό δίκιο αυτού του κυρίαρχου, του λαού, είναι νόμος. «Ενας νόμος πού έχει τή δύναμη νά καθορίζει τήν ίδια τή μοίρα τών ανθρώπων πάνω στή γη, τήν ίδια τή ζωή τους.

jiro-yoshihara white circle 2

 

Στόν καιρό του Τριακονταετούς πολέμου, κάποιος Ελβετός προτεστάντης ονόματι Τσίγκλι, είχε στήν κατοχή του ένα μεγάλο βυρσοδεψείο κι ένα μαγαζί δερμάτων στήν αυτοκρατορική πόλη ‘Αουγκσμπουργκ, στίς όχθες του Λέχ. Ήταν παντρεμένος μέ μιά Άουξμπουργκανή κι είχε αποχτήσει μαζί της ένα παιδί.
Όταν τά καθολικά στρατεύματα πλησίαζαν τήν πόλη, οί φίλοι του τόν συμβούλεψαν νά βιαστεί νά φύγει άλλ’ αυτός είτε γιατί τόν κρατούσε ή οικογένεια του εϊτε γιατί δέν ήθελε νά εγκαταλείψει τό βυρσοδεψείο του, δέν μπόρεσε νά πάρει τήν απόφαση καί ν’ απομακρυνθεί έγκαιρα.
Έτσι, βρισκόταν ακόμα στήν πόλη όταν επιτέθηκε ό αυτοκρατορικός στρατός κι άρχισε ή λεηλασία. Κρύφτηκε σέ μιά τάφρο στήν αυλή, όπου φυλάγονταν τά χρώματα. Ή γυναίκα του σκόπευε νά πάει μέ τό παιδί στους συγγενείς της στά περίχωρα, αλλά καθυστέρησε ταχτοποιώντας τά πράγματα της, τά φορέματα, τά στολίδια καί τά κρεβάτια, ώσπου ξάφνου είδε από ένα παράθυρο του πρώτου ορόφου, νά μπαίνει στήν αυλή, παραβιάζοντας τήν πόρτα μιά ομάδα στρατιωτών του αυτοκρατορικού στρατού. Σαστισμένη άπό τό φόβο, τά παράτησε όλα κι έτρεξε νά φύγει άπό τήν πίσω πόρτα. Όποτε τό παιδί της έμεινε εγκαταλειμμένο στό σπίτι. Βρισκόταν στή μεγάλη αίθουσα, μές στήν κούνια του κι έπαιζε μ’ ένα ξύλινο τόπι πού κρεμόταν μ’ ένα σπάγκο άπό τήν οροφή.Μόνο μιά νεαρή υπηρέτρια είχε μείνει ακόμα στό σπίτι.

Ήταν απασχολημένη μέ τά πιατικά στήν κουζίνα, όταν άκουσε θόρυβο στό στενό δρομάκι. Έτρεξε στό παράθυρο κι είδε τούς στρατιώτες νά ρίχνουν στό δρόμο άπό τόν πρώτο όροφο του αντικρινού σπιτιού, λάφυρα κάθε λογής. Όρμησε στό διάδρομο γιά ν’ αρπάξει τό παιδί άπ’ τήν κούνια όταν άκουσε δυνατά χτυπήματα στή δρύινη εξώθυρα του σπιτιού. Τήν έπιασε πανικός, έτρεξε κι ανέβηκε τά σκαλιά.
Ό διάδρομος γέμισε μεθυσμένους στρατιώτες πού ρήμαζαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους. Ήξεραν πώς βρίσκονται στό σπίτι ενός προτεστάντη. Σάν άπό θαύμα στήν έρευνα καί τή λεηλασία, δέ βρήκαν τήν Αννα, τήν υπηρέτρια. Οι στρατιώτες έφυγαν καί κατεβαίνοντας άπό τήν ντουλάπα πού κρύφτηκε ή ‘Αννα, βρήκε τό παιδί απείραχτο. Βιαστικά τό πήρε καί γλίστρησε έξω πρός τήν αυλή. Είχε νυχτώσει στό μεταξύ, άλλά ή πορφυρή φεγγοβολή ενός γειτονικού σπιτιού πού καιγόταν, φώτιζε τήν αυλή καί μέ φρίκη αντίκρισε τό παραμορφωμένο πτώμα του κυρίου της. Οι στρατιώτες τόν είχαν σύρει έξω άπ’ τήν κρυψώνα του καί τόν είχαν θανατώσει.
Τώρα ή υπηρέτρια κατάλαβε τί κίνδυνο διέτρεχε άν συλλαμβανόταν στό δρόμο μέ τό παιδί ενός προτεστάντη. Μέ βαριά καρδιά τό’ βαλε πάλι στήν κούνια, τού’ δοσε νά πιει λίγο γάλα, τό κούνησε ώσπου νά κοιμηθεί καί πήρε τό δρόμο γιά τό προάστιο πού κατοικούσε ή παντρεμένη αδερφή της. Κατά τίς δέκα τό βράδυ, μαζί μέ τόν άντρα της αδερφής της πέρασε ανάμεσα άπό τούς άλαλάζοντες στρατιώτες πού γιόρταζαν τή νίκη τους, πηγαίνοντας νά βρει στά περίχωρα τήν κυρία Τσίγκλι, τή μητέρα του παιδιού. Χτύπησε τήν πόρτα ενός αρχοντικού καί άφού πέρασε αρκετός χρόνος μισάνοιξε, καί ένα μικρόσωμο γεροντάκι, ό θειος της κυρίας Τσίγκλι, έβγαλε έξω τό κεφάλι. Ή Άννα λαχανιασμένη τόν πληροφόρησε πώς ό κύριος Τσίγκλι ήταν νεκρός, τό παιδί όμως ήταν καλά καί βρισκόταν στό σπίτι. Ό γέρος τήν κοίταξε ψυχρά μέ μάτια ανέκφραστα καί είπε πώς δέ βρισκόταν ή ανεψιά του έκεί καί πώς ό ίδιος δέν είχε καμιά σχέση μέ τό μπάσταρδο τών προτεσταντών, λέγοντας αυτό ξανάκλεισε τήν πόρτα. Καθώς έφευγαν ό γαμπρός της ‘Αννας είδε πώς σ’ ένα παράθυρο κινήθηκε ή κουρτίνα καί άπ’ αυτό έβγαλε τό συμπέρασμα πώς ή κυρία Τσίγκλι ήταν εκεί. Δέ δίστασε καθόλου, καθώς φαίνεται, ν’ απαρνηθεί τό ίδιο της τό παιδί.

Γιά αρκετή ώρα ή ‘Αννα καί ό γαμπρός της περπατούσαν μαζί σιωπηλοί. Ύστερα εκείνη άρχισε νά του εξηγεί πώς θά ‘θελε νά πάει πίσω στό βυρσοδεψείο καί νά πάρει τό παιδί. Ό γαμπρός της, ένας ήσυχος μετρημένος άνθρωπος, τήν άκουσε μέ τρόμο καί θέλησε νά της βγάλει άπ’ τό μυαλό αυτή τήν επικίνδυνη ιδέα. Τί δουλειά είχε μ’ αυτούς τούς ανθρώπους; Δέν της είχαν φερθεί καθώς πρέπει, ούτε μιά φορά.Ή Άννα τόν άκουσε αμίλητη καί του υποσχέθηκε νά μήν κάνει καμιά απερισκεψία. Ήθελε πολύ, παρ’ όλ’ αυτά, νά πάει στό βυρσοδεψείο καί νά δει μήπως χρειάζεται κάτι τό παιδί. Καί θά’ θελε νά πάει μόνη.
Καί πραγματοποίησε τήν επιθυμία της. Στό μέσο της κατεστραμμένης αίθουσας τό μωρό κοιμόταν ήσυχα στήν κούνια του. Ή Άννα κάθισε κουρασμένη κοντά του καί τό παρατηρούσε. Δέν τολμούσε ν’ ανάψει φώς. Μέ τή λάμψη όμως τής φωτιάς άπό τό αντικρινό σπίτι πού καιγόταν ακόμα, μπορούσε καί τό’ βλέπε καλά. Στό λαιμουδάκι του είχε μιά μικρή φακίδα.
Άφού ή υπηρέτρια γιά ένα διάστημα, ίσως μιά ώρα, κάθισε καί είδε μέ προσοχή τό παιδί νά αναπνέει καί νά βυζαίνει τή γροθίτσα του, στό τέλος κατάλαβε πώς έμεινε πολύ κι είδε πολλά, έτσι ώστε τής ήταν δύσκολο τώρα νά τό αποχωριστεί.Σηκώθηκε βαριεστημένα καί μέ αργές κινήσεις τό έκρυψε στόν λινό τάπητα, τό πήρε στήν αγκαλιά της κι εγκατέλειψε τό σπίτι, κοιτάζοντας γύρω της φοβισμένα, όπως θά κοίταζε κάποια μέ ένοχη συνείδηση, μιά κλέφτρα.

Μετά άπό μακρές συνεννοήσεις μέ τήν αδερφή καί τό γαμπρό της, ύστερα άπό δυό βδομάδες, πήρε τό παιδί καί πήγε στό χωριό Γκρόσετινγκεν, όπου ήταν γεωργός ό μεγαλύτερος αδερφός της. Τό αγρόκτημα ήταν τής γυναίκας του. Είχαν συμφωνήσει νά μιλήσει γιά τό παιδί μόνο στόν αδερφό της, γιατί δέν είχαν ξαναδεί τή νεαρή χωριάτισσα καί δέ γνώριζαν άπό πρίν πώς θά υποδεχόταν τόν μικρό επικίνδυνο επισκέπτη. Ή Άννα έφτασε στό χωριό κοντά μεσημέρι. Ό αδερφός της, ή γυναίκα του καί οί υπηρέτες κάθονταν στό τραπέζι κι έτρωγαν. Δέν της έγινε κακή υποδοχή αλλά ένα βλέμμα καί μόνο στήν καινούργια της νύφη τήν υποχρέωσε νά παρουσιάσει τό παιδί σάν δικό της. Μόνο αφού άρχισε νά τούς εξηγεί, πώς ό άντρας της δούλευε σέ κάποιο μακρινό χωριό σ’ ένα μύλο καί πώς θά τόν περίμενε μέ τό παιδί της έδώ στό χωριό γιά λίγες βδομάδες, μόνο τότε έχασε τήν παγερότητα της ή νεαρή χωριάτισσα καί άρχισε, κατά τό συνήθειο, νά δείχνει τό θαυμασμό της στό παιδί.
Τό απόγευμα συνόδεψε τόν αδερφό της στό δάσος γιά νά μαζέψουν ξύλα. Κάθισαν πάνω στά κομμένα ξύλα καί ή ‘Αννα του αποκάλυψε όλη τήν αλήθεια. Αμέσως φάνηκε πώς ό αδερφός της δέν ένιωθε καί τόσο ευχάριστα. Ή θέση του στό σπίτι δέν ήταν καί τόσο σίγουρη κι επαίνεσε πολύ τήν ‘Αννα πού κράτησε τό στόμα της κλειστό μπροστά στή γυναίκα του. Ήταν φανερό πώς δέν περίμενε άπ’ τή νεαρή του γυναίκα ότι θά δείξει ιδιαίτερη μεγαλοψυχία γιά τό παιδί των προτεσταντών. Ήθελε τό μυστικό νά μείνει μεταξύ τους. Αυτό όμως δέν ήταν εύκολο γιά πολύ καιρό. Ή ‘Αννα δούλευε στό θερισμό καί στό μεταξύ φρόντιζε τό παιδί «της», τρέχοντας από τό χωράφι στό σπίτι όταν οί άλλοι ησύχαζαν. Ό μικρός μεγάλωνε καί πάχαινε, κάθε φορά μάλιστα πού έβλεπε τήν ‘Αννα, γελούσε καί προσπαθούσε νά σηκώσει τό κεφαλάκι του ψηλά. Άλλά ήρθε ό χειμώνας καί ή νύφη άρχισε νά ρωτάει γιά τόν άντρα της «Αννας.
Δέν έφερνε αντιρρήσεις πού ή ‘Αννα έμενε μαζί τους στό κτήμα, τώρα μάλιστα τούς ήταν καί χρήσιμη. Τό άσχημο ήταν πώς οί γείτονες άρχισαν ν’ απορούν γιά τόν πατέρα του μικρου πού δέν είχε ‘ρθεΐ ακόμα γιά νά δει τό παιδί του. ‘Αν δέν παρουσίαζε κάποιον σάν πατέρα του παιδιού, τό σπιτικό τους θά γινόταν σίγουρα αντικείμενο κουτσομπολιού.
Ένα κυριακάτικο πρωινό ό αδερφός της έζεψε τ’ άλογα καί φώναξε δυνατά στήν «Αννα νά έρθει μαζί του νά πανε νά πάρουν ένα μοσχάρι από τό γειτονικό χωριό. Πήραν τόν ανώμαλο χωραφόδρομο καί καθώς πορεύονταν της ανακοίνωσε πώς έψαξε νά της βρει γαμπρό καί τά κατάφερε.Ήταν ένας ετοιμοθάνατος μεροκαματιάρης πού μόλις καί μετά βίας σήκωσε τό σκελετωμένο του κεφάλι άπό τά βρώμικα σεντόνια όταν μπήκαν οί δυό τους στή χαμηλή του καλύβα.
Ήταν πρόθυμος νά παντρευτεί τήν ‘Αννα. Στό προσκέφαλο του στεκόταν μιά κιτρινιάρα γριά, ή μητέρα του. Ήθελαν κάποια αμοιβή γιά τήν έκδούλευση πού θά πρόσφεραν.
Σέ δέκα λεπτά κανονίστηκε ή υπόθεση καί ή ‘Αννα μαζί μέ τόν αδερφό της μπόρεσαν νά συνεχίσουν τό δρόμο τους καί νά πάνε ν’ αγοράσουν τό μοσχάρι. Ή τελετή της στέψης έγινε στό τέλος της ίδιας βδομάδας. Κι όσο χρόνο ό ιερέας μουρμούριζε τά τυπικά του γάμου, ό άρρωστος ούτε μιά φορά δέν έριξε τό θολωμένο του βλέμμα στήν ‘Αννα. Ό αδερφός της δέν είχε καμιά αμφιβολία πώς σέ λίγες μέρες θά’ χει στά χέρια της τό πιστοποιητικό θανάτου. Καί τότε ό άντρας της «Αννας καί πατέρας του παιδιού καθώς ερχόταν στή γυναίκα του θά’ χε πεθάνει σ’ ένα χωριό κοντά στό «Αουγκσμπουργκ καί δέ θ’ απορούσε κανείς πλέον, πού μένει ή χήρα στό σπίτι του αδερφού της,
Ή ‘Αννα γύρισε χαρούμενη άπό τόν παράξενο γάμο όπου ουτε τυμπανοκρουσίες καί μουσικές υπήρχαν, ούτε κοπέλες καί καλεσμένοι. Έφαγε ένα κομμάτι ψωμί με λαρδί σάν γαμήλιο γεύμα καί πλησίασε μέ τόν αδερφό της τήν κούνια πού ήταν τό παιδί καί πού είχε τώρα ένα όνομα.
Ταχτοποίησε καλύτερα τό σεντονάκι του καί χαμογέλασε στόν αδερφό της.
Τό πιστοποιητικό θανάτου ωστόσο αργούσε. Ούτε τήν επόμενη, ούτε τή μεθεπόμενη βδομάδα ήρθε καμιά είδηση άπ’ τή γριά. Ή Αννα είχε διαδόσει κιόλας στό σπιτικό πώς ό άντρας της βρίσκεται καθ’ όδόν. Κι όταν τήν ρωτούσαν, πού είναι επιτέλους ό άντρας της, απαντούσε πώς ίσως δυσκολεύεται ή πορεία του άπ’ τό πολύ χιόνι. ‘Αφού πέρασαν όμως τρεις βδομάδες ό αδερφός της σοβαρά ανήσυχος πήγε στό χωριό κοντά στό ‘Αουγκσμπουργκ.
Γύρισε αργά τό βράδυ. Ή ‘Αννα ήταν ακόμη, ξυπνητή κι έτρεξε στήν πόρτα όταν άκουσε τό κάρο νά τρίζει στήν αυλή. Είδε τό χωρικό νά ξεζεύει αργά καί ή καρδιά της σφίχτηκε. Έφερνε άσχημα νέα. Μπαίνοντας στήν καλύβα, βρήκε τόν ετοιμοθάνατο νά κάθεται στό τραπέζι καί νά τρώει τό βραδινό του, μέ σηκωμένα τά μανίκια, μασουλώντας μέ τά όλα του. Είχε γίνει τελείως καλά.
Ό χωριάτης δέν κοίταζε στά μάτια τήν ‘Αννα όταν της έλεγε τά νέα. Ό μεροκαματιάρης πού λεγόταν Ότερερ καθώς καί ή μητέρα του, ήταν έκπληκτοι μέ τήν τροπή αυτή καί δέν είχαν πάρει καμιά απόφαση σχετικά μέ τό τί πρέπει τώρα νά γίνει. Ό Ότερερ δέν του είχε κάνει άσχημη εντύπωση. Αυτός μίλησε γιά λίγο, όταν όμως ή μητέρα του άρχισε νά παραπονιέται πού φορτώθηκε στήν πλάτη του μιά γυναίκα πού δέν ήθελε κι ένα παιδί ξένο, της είπε νά σταματήσει. Έτρωγε αργά τό ψωμοτύρι του κατά τήν ώρα της συζήτησης καί συνέχισε νά τρώει καί τήν ώρα πού έφευγε ό αδερφός της «Αννας.
Τίς επόμενες μέρες ή «Αννα ήταν φυσικά πολύ ανήσυχη. Στά διαλείμματα του νοικοκυριού μάθαινε στό μικρό νά περπατά. Κάθε φορά πού αυτό άφηνε τήν ανέμη καί ερχόταν καταπάνω της μπερδεύοντας τά πόδια του, τήν έπιανε ένας βουβός λυγμός καί τό σφιχταγκάλιαζε. Μιά φορά ρώτησε τόν αδερφό της: «Τί είδους άνθρωπος είναι αυτός;» Τόν είχε δει μόνο στό κρεβάτι, στά τελευταία του, καί βράδυ, στό φως ενός αδύνατου κεριού. Τώρα μάθαινε, πώς ό άντρας της είναι ένας καταπονημένος από τήν εργασία πενηντάρης.
Τόν είδε πολύ σύντομα. Ένας πραματευτής τήν πληροφόρησε γεμίζοντας την μ’ ένα σωρό μυστικά πώς ένας «γνωστός» θέλει νά τήν συναντήσει τήν τάδε μέρα καί ώρα, στό τάδε χωριό όπου χωρίζει ό δρόμος γιά τό Αάντσμπέργκ. Έτσι, συναντήθηκε τό παντρεμένο ζευγάρι στή γη πού’ χε σκεπαστεί από χιόνι, ανάμεσα στά δυό χωριά, όπως οι αρχαίοι στρατηλάτες ανάμεσα στά έτοιμα γιά τή μάχη στρατεύματα τους. Ό άντρας δέν της άρεσε της ‘Αννας. Είχε μικρά μαυρισμένα δόντια, τήν κοίταζε από τήν κορφή ως τά νύχια παρόλο πού ήταν τυλιγμένη μέ μιά χοντρή προβιά καί δέν μπορούσε νά δει καί πολλά, μετά χρησιμοποίησε καί τίς λέξεις «Μυστήριο του γάμου». Του είπε απλά πώς ήθελε να τό σκεφτεί ακόμα. Τόν παρακάλεσε νά στείλει μήνυμα στή νύφη της μέ έμπορους ή χασάπηδες πού θά περνούσαν άπό τό Γκρόσετινγκεν, πώς σύντομα θά έρθει καί πώς στό δρόμο είχε αρρωστήσει.
Ό Ότερερ έγνεφε συγκαταβατικά μ’ ένα χαρακτηριστικό αργό τρόπο. Ήταν ένα κεφάλι ψηλότερος της καί καθώς αυτή μιλούσε, κοίταζε πάντα τό αριστερό μέρος του λαιμού της, κάτι πού τήν εξόργιζε.
Τό μήνυμα όμως δέν έφτασε καί ή ‘Αννα τώρα σκεφτόταν νά πάρει τό παιδί καί νά φύγει, νά πάει νά ψάξει γιά δουλειά στά νότια, κάπου στό Κέμπτεν ή τό Σόντχοφεν. Ή ανασφάλεια των επαρχιακών δρόμων πού γι’ αυτούς λέγονταν πολλά καί τό γεγονός πώς ήταν στά μέσα του χειμώνα, τή συγκράτησαν. Ή παραμονή της στό σπίτι έγινε τώρα δύσκολη. Ή νύφη της της έκανε δυσάρεστες ερωτήσεις γιά τόν άντρα της τήν ώρα του μεσημεριανού φαγητού μπροστά στους υπηρέτες. Κι όταν κάποτε κοιτάζοντας τάχα μέ συμπόνια τό παιδί, είπε δυνατά «φτωχό μωρουδάκι», αποφάσισε ή ‘Αννα νά φύγει. Τό μικρό όμως αρρώστησε. Ήταν ανήσυχο, μέ κατακόκκινο κεφάλι καί βλέμμα θολό μές τήν κούνια του καί ή ‘Αννα ξαγρυπνούσε δίπλα του αγωνιώντας καί ελπίζοντας. Κι όταν άρχισε νά καλυτερεύει καί ξαναγύρισε πάλι τό χαμόγελο του, χτύπησε ή πόρτα ένα μεσημέρι καί μπήκε μέσα ό Ότερερ.
Δέ βρισκόταν εκείνη τήν ώρα κανείς άλλος στό δωμάτιο έκτος άπ’ τήν ‘Αννα καί τό παιδί, έτσι πού δέ χρειάστηκε νά προσποιηθεί, κάτι πού πάνω στήν ταραχή της θά της ήταν πολύ δυσάρεστο.
Στάθηκαν γιά λίγο αμίλητοι. Ύστερα ό Ότερερ είπε πώς σκέφτηκε άπ’ τήν πλευρά του τήν υπόθεση καί ήρθε νά τήν πάρει. Έκανε λόγο πάλι γιά τό Μυστήριο του γάμου.Ή ‘Αννα θύμωσε γιά τά καλά. Μέ αποφασιστική άν καί συγκρατημένη φωνή, είπε. στόν άντρα, πώς δέν σκέφτεται καθόλου νά ζήσει μαζί του, αυτή παντρεύτηκε μόνο εξαιτίας του παιδιού καί πώς δέ θέλει τίποτα άπ’ αυτόν εκτός άπό τό όνομα του πού έδοσε σ’ αυτή καί στό παιδί.
Ό Ότερερ κοίταξε στά πεταχτά, τήν ώρα πού μιλούσε αυτή γιά τό παιδί, πρός τήν κούνια, κάτι σιγοψιθύρισε, όμως, δέν τό πλησίασε. Αυτό, έκανε τήν «Αννα νά τόν αντιπαθήσει ακόμα περισσότερο.
Είπε κι άλλα. Πώς θά’ πρεπε αύτη νά σκεφτεί γι’ άλλη μιά φορά ακόμη τά σχετικά. Στό σπίτι του δέν υπήρχε καμιά αφθονία στό φαγητό. Ή μητέρα του έπειτα θά μπορούσε νά κοιμάται στήν κουζίνα. Τότε μπήκε ή νύφη της, τόν χαιρέτησε όλο περιέργεια καί τόν προσκάλεσε στό γεύμα. Τόν αδερφό τής Άννας τόν χαιρέτησε καθισμένος στό τραπέζι μπροστά στό πιάτο του, μ’ ένα απλό κούνημα του κεφαλιού, ούτε δείχνοντας πώς τόν βλέπει πρώτη φορά, ούτε προδίνοντας πώς τόν γνωρίζει. Στίς ερωτήσεις τής οικοδέσποινας απαντούσε μονολεκτικά χωρίς νά σηκώνει τό βλέμμα του από τό πιάτο. Είπε μόνο, πώς βρήκε μιά δουλιά στό Μέριγκ καί πώς θά ‘παιρνε καί τήν Άννα μαζί του. Δέν ξεκαθάρισε όμως αν έπρεπε αυτό νά γίνει αμέσως.
Μετά τό μεσημέρι απόφυγε τήν παρέα του αδερφού τής Άννας καί έκοψε ξύλα πίσω άπ’ τό σπίτι άν καί δέν τού τό ζήτησε κανείς αυτό. Μετά τό βραδινό φαγητό πού κάθισε καί πάλι σιωπηλός, έφερε ή ίδια ή οικοδέσποινα ένα πάπλωμα στήν κάμαρη τής Άννας γιά νά διανυχτερεύσει ό άντρας της εκεί, αλλά κατά περίεργο τρόπο, αυτός σηκώθηκε τεμπέλικα καί ψιθύρισε πώς θά’ πρεπε νά γυρίσει πίσω τό ίδιο βράδυ. Πρίν φύγει στύλωσε τό βλέμμα του αφηρημένα στήν κούνια μέ τό παιδί, δέν είπε όμως τίποτα, ούτε καί τό άγγιξε.
Τή νύχτα ή Άννα αρρώστησε καί τής ήρθε πυρετός πού κράτησε βδομάδες. Τόν περισσότερο καιρό ήταν ξαπλωμένη χωρίς νά κάνει τό παραμικρό, μόνο μιά φορά κατά τό μεσημέρι όταν έπεφτε λίγο ό πυρετός, σερνόταν κοντά στήν κούνια μέ τό μικρό κι έφτιαχνε τά σκεπάσματα.
Τήν τέταρτη βδομάδα τής αρρώστιας της, παρουσιάστηκε ό Ότερερ μέ μιά άμαξα γιά νά τήν πάρει μαζί μέ τό παιδί. Ή Άννα τό δέχτηκε αυτό χωρίς νά πει λέξη.
Πολύ άργησε νά ξαναβρεί τίς δυνάμεις της, καθόλου περίεργο μέ τίς νερόβραστες σούπες στό σπιτικό τού μεροκαματιάρη. Ένα πρωί όμως είδε πόσο βρώμικο ήταν τό παιδί καί σηκώθηκε πάνω με αποφασιστικότητα.
Ό μικρός τήν υποδέχτηκε μέ τό φιλικό του χαμόγελο, πού, όπως ισχυριζόταν ό αδερφός της, τό πήρε άπ’ αυτή τήν ίδια. Είχε μεγαλώσει καί σερνόταν άρκουδίζοντας μ’ απίστευτη ταχύτητα γύρω-γύρω στό δωμάτιο, χτυπώντας τά χεράκια του στό πάτωμα καί βάζοντας τίς φωνές όποτε χτυπούσε τό πρόσωπο κάτω. Τό έπλυνε σέ μιά ξύλινη σκάφη κι έτσι, βρήκε πάλι τή σιγουριά της.
Μερικές μέρες αργότερα κατάλαβε πώς τής ήταν αδύνατο νά ζήσει στήν καλύβα. Τύλιξε τό μικρό σέ μερικά σκεπάσματα, έβαλε ψωμί καί τυρί στό δισάκι κι έφυγε τρέχοντας.
Είχε σκοπό νά φθάσει ως τό Σόντχοφεν, δέν πήγε όμως μακριά. Ένιωθε ακόμα πολύ αδύναμη, οι επαρχιακοί δρόμοι ήταν σκεπασμένοι μέ χιόνι καί οι άνθρωποι στά χωριά είχαν γίνει από τόν πόλεμο καχύποπτοι καί τσιγκούνηδες. Τήν τρίτη μέρα τής πεζοπορίας της στραμπούληξε τό πόδι σέ μιά λακκούβα τού δρόμου καί μετά πολλές ώρες νά τήν τρώει ή αγωνία γιά τό παιδί, τήν μετάφεραν σ’ ένα άγροτόσπιτο όπου θά’ πρεπε νά τήν περάσει στό σταύλο. Ό μικρός σερνόταν ανάμεσα στά πόδια τής αγελάδας καί γελούσε κάθε φορά πού ή αγελάδα ξεφώνιζε φοβισμένα. Στό τέλος αναγκάστηκε νά πει στους ανθρώπους τού σπιτιού τό όνομα τού άντρα της, κι αυτός ήρθε καί τήν πήρε πάλι πίσω στό Μέριγκ.
Δέν επιχείρησε άλλη απόπειρα πιά καί υπόκυψε στό ριζικό της. Εργάστηκε σκληρά. Ήταν δύσκολο νά τά βγάλουν πέρα μ’ ένα μικρό κλήρο καί νά κουμαντάρουν τά λιγοστά τους έσοδα. Κι όμως ό άντρας τής φερόταν καλά καί ό μικρός ήταν πάντα χορτάτος. Περνούσε κι ό αδερφός της κάπου κάπου κι έφερνε τούτο καί τ άλλο γιά δώρο. Μιά φορά μάλιστα ή Άννα έβαψε κόκκινο ένα φορεματάκι γιά τό μικρό. Αυτό τό χρώμα ταιριάζει στό γιό ενός βαφέα, σκέφτηκε.
Μέ τόν καιρό ήταν όλο καί πιό ευχαριστημένη καί τής έδινε μεγάλη χαρά ή ανατροφή τού παιδιού. Έτσι, πέρασαν αρκετά χρόνια.

AYTH

Μιά μέρα όμως, πήγε στό χωριό νά πάρει σιρόπι καί γυρίζοντας δέ βρήκε τό παιδί στό σπίτι. Ό άντρας της τής είπε πώς πέρασε μιά καλοντυμένη γυναίκα μέ μιά άμαξα καί τό πήρε.Τής ήρθε ζάλη κι έπεσε στόν τοίχο από τήν ταραχή. Τό ίδιο κιόλας βράδυ μ’ ένα μπογαλάκι μέ φαγώσιμα, πήρε τό δρόμο γιά τό ‘Αουγκσμπουργκ.Μόλις έφτασε στήν αυτοκρατορική πόλη, πήγε στό βυρσοδεψείο. Δέν τής επέτρεψαν νά μπει μέσα κι έτσι δέν μπόρεσε νά δει τό παιδί.Ή αδερφή καί ό γαμπρός της άδικα προσπαθούσαν νά τήν παρηγορήσουν. Έτρεχε στίς αρχές κι έξαλλη φώναζε πώς τής έκλεψαν τό παιδί. Κι έφτασε νά κάνει υπαινιγμούς πώς τής τό έκλεψαν προτεστάντες. Πάνω σ’ αυτό τήν πληροφόρησαν πώς τώρα οι καιροί έχουν αλλάξει κι έχουν κλείσει ειρήνη οί καθολικοί μέ τούς διαμαρτυρόμενους.
Δέν θά κατάφερνε καί πολλά αν δέν τύχαινε μιά εξαιρετικά ευνοϊκή σύμπτωση. Τής υπέδειξαν νά πάει νά βρει τό δίκιο της σ’ ένα δικαστή, πού ήταν πολύ ιδιόμορφος άνθρωπος.Αυτός ό δικαστής ήταν ό «Ιγκνατς Ντόλιγκερ, γνωστός σέ όλη τήν περιοχή του Σβάμπεν γιά τή χοντροκοπιά καί τή σοφία του. Ό ηγεμόνας τής Βαυαρίας τόν αποκάλεσε «αυτός ό Λατίνος κοπροχωριάτης», όταν κάποτε διευθέτησε μιά διαφορά ανάμεσα στήν αυτοκρατορική πόλη καί σ’ αυτό τόν ηγεμόνα, ό φτωχός λαός όμως επαίνεσε γι’ αυτό τό δικαστή μ’ ένα μακρύ λαϊκό τραγούδι.
Μέ τή συνοδεία τής αδερφής καί του γαμπρού της, ήρθε ή ‘Αννα νά παρουσιαστεί μπροστά του. Ό κοντός καί ασυνήθιστα παχύς γέρος άντρας, καθόταν σέ μιά μικρή γυμνή αίθουσα ανάμεσα σέ σωρούς από περγαμηνές καί τήν άκουγε, αλλά όχι γιά πολύ. Έγραψε μετά κάτι στό χαρτί καί ψιθύρισε: «Πήγαινε εκεί, γρήγορα όμως» καί έδειξε μέ τό χοντρό του χέρι τό σημείο, όπου έπεφτε τό φως άπό τό στενό παράθυρο. Γιά μερικά λεπτά κοίταξε καλά τό πρόσωπο της, υστέρα, αναστενάζοντας βαθιά, τής έκανε νόημα νά φύγει.
Τήν επόμενη μέρα έστειλε έναν υπάλληλο καί τήν κάλεσε καί πρίν καλά-καλά διαβεί τό κατώφλι τής φώναξε: «Γιατί δεν είπες πώς πρόκειται καί γιά ένα βυρσοδεψείο πού έχει τά λεφτάκια του;»
Ή ‘Αννα πεισματάρικα απάντησε πώς τήν ενδιαφέρει μόνο τό παιδί.
«Βγάλτο απ’ τό μυαλό σου πώς θά μπορέσεις νά βάλεις στό χέρι τό βυρσοδεψείο» φώναξε ό δικαστής. «’Αν πράγματι τό μπάσταρδο αυτό είναι δικό σου, ή περιουσία θά πάει στους συγγενείς τής Τσίγκλι».
Ή ‘Αννα έγνεψε καταφατικά χωρίς νά τόν κοιτάξει στά μάτια. Ύστερα είπε: «Τό παιδί δέν χρειάζεται τό βυρσοδεψείο».
«Είναι δικό σου;» ξεφώνισε ό δικαστής.
«Μάλιστα», είπε σιγά αυτή. «’Ας μπορούσα νά τό κρατήσω τόσο όσο νά μάθει όλες τίς λέξεις. Μόνο έπτά λεξούλες έμαθε».
Ό δικαστής έβηξε καί διόρθωσε τήν περγαμηνή στό τραπέζι του.
Ύστερα πρόσθεσε, κάπως σιγανότερα, πάντα όμως μέ τόν ϊδιο εκνευρισμένο τόνο: «Τό ανθρωπάκι τό θέλεις έσύ, τό θέλει κι εκείνη ή γίδα μέ τά μεταξωτά. Αυτό όμως χρειάζεται τήν πραγματική του μητέρα».
«Μάλιστα», είπε η ΄Αννα καί κοίταξε στά μάτια τό δικαστή.
«Έξαφανίσου», ψιθύρισε αυτός. «Τό Σάββατο θά γίνει ή δίκη».

Αυτό τό Σάββατο ό κεντρικός δρόμος καί ή πλατεία μπροστά στό δημαρχείο είχαν γεμίσει κόσμο πού ήθελε νά παρακολουθήσει τή δίκη γιά τό παιδί των προτεσταντών. Ή περίεργη αυτή ιστορία άπό τήν αρχή ακόμα είχε προκαλέσει μεγάλη αίσθηση. Στά σπίτια καί τά μαγαζιά οί φιλονικίες έδιναν κιέπαιρναν γιά τό ποιά ήταν καί ποιά δέν ήταν ή πραγματική του μητέρα.
Ό γερο-Ντόλιγκερ ήταν πασίγνωστος γιά τίς ξακουστές του δίκες, μέ τίς σκωπτικές φράσεις καί τά σοφά αποφθέγματα. Οί δίκες του ήταν πιό αγαπητές καί άπό τά εγκαίνια τής εκκλησίας καί τά πανηγύρια.
Έτσι, δέ βρίσκονταν μόνο πολλοί Άουγκσμπουργκανοί μπροστά στό δημαρχείο, ήταν καί αρκετοί χωρικοί άπό τίς γύρω περιοχές. Τήν Παρασκευή γινόταν παζάρι καί είχαν διανυχτερεύσει στήν πόλη σέ αναμονή τής δίκης.Ή αίθουσα πού συνεδρίαζε ό δικαστής Ντόλιγκερ, ήταν ή ονομαζόμενη «Χρυσή Σάλα». Ήταν γνωστή σέ όλη τή Γερμανία σάν ή μοναδική αίθουσα τόσο μεγάλων διαστάσεων πού δεν είχε καμιά κολόνα. Ή οροφή ήταν κρεμασμένη μέ αλυσίδες από μιά κορυφή της στέγης.
Ό δικαστής Ντόλιγκερ, ένα μικρό βουνό από κρέας, καθόταν μπροστά στήν κλειστή χάλκινη πόρτα της μιας μακριάς πλευράς του τοίχου. Ένα συνηθισμένο σχοινί χώριζε τούς ακροατές. Ό δικαστής καθόταν κάτω στό πάτωμα καί μπροστά του δέν είχε κανένα τραπέζι. Ό ίδιος πρίν από χρόνια έκανε αυτό τό διακανονισμό. Έδινε μεγάλη σημασία στό σκηνικό.
Παρόντες στό χώρο πού περικλειόταν άπ’ τό σχοινί ήταν ή κυρία Τσίγκλι μέ τούς γονείς της, οι Ελβετοί συγγενείς του νεκρού Τσίγκλι, δυό καλοντυμένοι αξιοπρεπείς άνδρες πού έμοιαζαν μέ καλοστεκούμενους εμπόρους καί ή ‘Αννα Ότερερ μέ τήν αδερφή της. Δίπλα στήν κυρία Τσίγκλι ήταν μιά γκουβερνάντα μέ τό παιδί.
Αντίδικοι καί μάρτυρες στέκονταν όλοι όρθιοι. Ό δικαστής Ντόλιγκερ πίστευε πώς τέλειωναν πιό γρήγορα οί συνεδριάσεις, αν έστεκαν όρθιοι οί ενδιαφερόμενοι. «Ισως όμως τούς άφηνε νά στέκονται όρθιοι γιά νά τόν καλύπτουν άπ’ τό κοινό, έτσι πού νά μπορεί νά τόν δει κανείς μόνο άμα σηκωνόταν στίς μύτες των ποδιών του καί στραμπούλαγε τό λαιμό του.
Στήν αρχή της συνεδρίασης έγινε ένα επεισόδιο. Μόλις είδε τό παιδί η ‘Αννα, έβαλε μιά φωνή καί προχώρησε πρός τό μέρος του, όπως καί τό παιδί ήθελε νά πάει σ’ αυτήν. Κλωτσούσε δυνατά τά χέρια της γκουβερνάντας κι άρχισε νά ξεφωνίζει. Ό δικαστής έδοσε εντολή νά τό βγάλουν έξω άπ’ τήν αίθουσα. Ύστερα κάλεσε τήν κυρία Τσίγκλι. Αυτή πλησίασε μέ θορυβώδη τρόπο καί περιέγραψε, κουνώντας τό μαντηλάκι μπροστά στά μάτια της, πώς τής άρπαξαν οί στρατιώτες τό παιδί στή λεηλασία εκείνη. Τήν ϊδια κιόλας νύχτα παρουσιάστηκε ή υπηρέτρια στό σπίτι του πατέρα της κι έφερε τήν πληροφορία πώς τό παιδί είναι ακόμη στό σπίτι.Αυτό τό’ κανε μέ σκοπό νά πάρει φιλοδώρημα. Έστειλαν στο βυρσοδεψείο μία μαγείρισσα του πατέρα της, αυτή όμως δεν βρήκε τό παιδί καί άπ’ αυτό συμπεραίνει, πώς τό έν λόγω Ατομο (έδειξε τήν ‘Αννα), τό άρπαξε γιά νά τήν εκβιάσει καί νά τής αποσπάσει χρήματα. Σίγουρα έτσι ή αλλιώς θά πρόβαλλε τέτοιες απαιτήσεις, αν δέν προλάβαιναν πρίν νά τής πάρουν τό παιδί.
Ό δικαστής κάλεσε τούς δύο συγγενείς του κυρίου Τσίγκλι καί τούς ρώτησε, τί είχαν μάθει τότε σχετικά μέ τόν μακαρίτη Τσίγκλι καί τί τούς διηγήθηκε κατόπιν γι’ αυτό ή κυρία Τσίγκλι.Ή κυρία Τσίγκλι τούς είχε πει, άρχισαν νά καταθέτουν αυτοί, πώς ό άντρας της δολοφονήθηκε καί τό παιδί τό εμπιστεύτηκε ή ίδια σέ μιά υπηρέτρια καί πώς ήταν σέ καλά χέρια. Μίλησαν πολύ άσχημα γι’ αυτήν, κάτι πού δέν ήταν παράξενο γιατί ή περιουσία θά περιερχόταν σ’ αυτούς αν έχανε τή δίκη ή κυρία Τσίγκλι.Μετά τήν κατάθεση τους ό δικαστής στράφηκε πάλι πρός τήν κυρία Τσίγκλι καί θέλησε νά μάθει, μήπως κατά τήν επιδρομή τά’ χασε κι εγκατέλειψε τό παιδί.
Ή κυρία Τσίγκλι τόν κοίταξε μέ τ’ αδύνατα γαλάζια μάτια της σαν ν’ απόρησε καί είπε πειραγμένα πώς δέν εγκατέλειψε τό παιδί της.
Ό δικαστής Ντόλιγκερ ξερόβηξε καί τή ρώτησε μέ ενδιαφέρον, άν πιστεύει κι ή ίδια πώς είναι αδύνατο νά εγκαταλείψει μιά μάνα τό παιδί της.Μάλιστα, τό πιστεύει, απάντησε αυτή.Αν ακόμη πιστεύει, συνέχισε νά ρωτά ό δικαστής, πώς μιά μάνα πού παρ’ όλ’ αυτά, θά’ κανε κάτι τέτοιο, δέ θ’ άξιζε νά τής μαυρίσουν τά πισινά, αδιάφορο πόσο ακριβά είναι τά φουστάνια πού φοράει;
Ή κυρία Τσίγκλι δέν είπε λέξη κι ό δικαστής κάλεσε τήν πρώην υπηρέτρια ‘Αννα.
Παρουσιάστηκε ευθύς καί μέ σιγανή φωνή είπε τά ίδια πού είχε πει καί στήν προανάκριση. Μιλούσε ομως σά ν’ αφουγκραζόταν συγχρόνως κάτι, καί κάπου-κάπου, κοίταζε πρός τή μεγάλη πόρτα πού πίσω της είχαν οδηγήσει τό παιδί, λές καί φοβόταν μήπως συνέχιζε αυτό νά κλαίει ακόμα.Είπε πώς πήγε πράγματι εκείνη τή νύχτα στό σπίτι του θείου της κυρίας Τσίγκλι, κατόπιν δέ γύρισε όμως στό βυρσοδεψείο, καί γιατί φοβόταν τούς στρατιώτες του αυτοκρατορικού στρατού καί γιατί είχε φροντίδα γιά τό δικό της «εξώγαμο» παιδί πού τό’ χε εμπιστευτεί σέ κάποιους καλούς ανθρώπους στό γειτονικό προάστιο Λέχαουσεν.
Ό γέρο Ντόλιγκερ τή διέκοψε απότομα καί τινάχτηκε, λέγοντας, πώς υπήρχε επιτέλους καί ένα πρόσωπο στήν πόλη πού αισθάνθηκε αυτό πού λένε φόβο. Χαίρεται πού τό διαπιστώνει γιατί αυτό αποδείχνει πώς υπήρχε τότε έστω κι ένα πρόσωπο πού είχε διατηρήσει κάπως τή λογική του. Δέν ήταν βέβαια σωστό πού ή μάρτυς ενδιαφέρθηκε γιά τό δικό της παιδί μόνο, από τήν άλλη όμως, όπως λέει καί ό λαός, τό αίμα νερό δέ γίνεται καί αυτή πού είναι πραγματική μητέρα, πηγαίνει καί νά κλέψει ακόμα γιά τό παιδί της, αλλά αυτό τό απαγορεύει αυστηρά ό νόμος γιατί ή ιδιοχτησία είναι ίδιοχτησία κι όποιος κλέβει αυτός λέει καί ψέματα καί ψέματα νά λές τό απαγορεύει ό νόμος.
Κι ύστερα έπιασε ένα από τά σοφά του καί χοντροκομμένα μαζί μαθήματα σχετικά μέ τήν πανουργία των ανθρώπων, πού ξεγελούν τό δικαστήριο, χρησιμοποιώντας κάθε κατεργαριά, καί μετά από μιά παρένθεση γιά τούς χωρικούς πού νερώνουν τό γάλα των αθώων αγελάδων, καί τό δημοτικό συμβούλιο τής πόλης πού ζητάει μεγάλους δασμούς από τούς χωρικούς, όταν γίνεται παζάρι, πράγματα πού δέν είχαν καμιά, σχέση μέ τήν υπόθεση, ανακοίνωσε πώς ή εξέταση των μαρτύρων τέλεκοσι: καί πώς τίποτα δέ βγήκε.
Ύστερα έκανε μιά μεγάλη διακοπή καί διέκρινες πάνω του τά σημάδια της αμηχανίας, καθώς κοίταζε γύρω του, σάν να περίμενε κάποια κουβέντα νά τόν βγάλει άπ’ τό αδιέξοδο,
Οι ακροατές κοίταζαν ό ένας τόν άλλο μέ κατάπληξη και μερικοί τέντωναν τό λαιμό γιά νά ρίξουν ένα βλέμμα στόν Ανίσχυρο δικαστή. Ωστόσο επικρατούσε μεγάλη ησυχία στήν αίθουσα, μόνο απέξω από τό δρόμο άκουγες τις φωνές του πλήθους.
Μετά πήρε πάλι τό λόγο ό δικαστής, άναστενάζοντας :«Δέν εξακριβώθηκε ποιά είναι ή πραγματική μητέρα», είπε. «Είναι νά λυπάσαι τό παιδί. Ακούμε πώς υπάρχουν πατεράδες πού τό σκάνε, πατεράδες πού δέ θέλουν τά παιδιά τους, οι απατεώνες, έδώ όμως παρουσιάζονται δύο μανάδες. Τό δικαστήριο τίς άκουσε τόσο όσο τ’ άξιζαν, δηλαδή πέντε λεπτά τήν καθεμιά καί τό δικαστήριο κατέληξε στό συμπέρασμα πώς καί οι δυό τους λένε χοντρά ψέματα. Τώρα όμως, όπως είπα, πρέπει νά σκεφτούμε καί τό παιδί, πού χρειάζεται μιά μάνα. Χωρίς πολλές φλυαρίες, θά πρέπει λοιπόν νά εξακριβωθεί, ποιά είναι ή πραγματική μητέρα του παιδιού».
Καί μέ οργισμένη φωνή κάλεσε τό δικαστικό υπάλληλο καί τόν διέταξε νά σχηματίσει έναν κύκλο.
Ό δικαστικός υπάλληλος πήγε κι έφερε ένα κομμάτι κιμωλία.
«Τράβηξε μέ τήν κιμωλία εκεί κάτω στό πάτωμα έναν κύκλο πού νά χωράει νά σταθούν μέσα τρία πρόσωπα», υπέδειξε ό δικαστής.
Ό δικαστικός υπάλληλος γονάτισε καί σχημάτισε τόν κύκλο.
«Τώρα νά έρθει τό παιδί», διέταξε ό δικαστής. Έφεραν μέσα τό παιδί. ‘Αρχισε πάλι νά κλαίει καί νά θέλει νά πάει στήν ‘Αννα.
Ό γερο-Ντόλιγκερ δέ φαινόταν νά δίνει σημασία στά κλάματα, μόνο δυνάμωσε τόν τόνο της φωνής του.
«Αυτή τή δοκιμασία», άρχισε νά εξηγεί, «τή βρήκα σ’ ένα παλιό βιβλίο καί τή θεωρώ πολύ σωστή. Ή κύρια καί μοναδική ιδέα τής δοκιμασίας του κύκλου μέ τήν κιμωλία, είναι νά βρεθεί ή πραγματική μητέρα άπό τήν αγάπη πού θά δείξει στό παιδί της. Πρέπει νά δοκιμαστεί λοιπόν τό μέγεθος αυτής τής αγάπης. Ό δικαστικός υπάλληλος νά βάλει τό παιδί μές στόν κύκλο».
Ό δικαστικός υπάλληλος έπιασε τό χέρι του παιδιού πού συνέχιζε ακόμα νά κλαίει καί τό οδήγησε μές στόν κύκλο.Ό δικαστής είπε, απευθυνόμενος στήν κυρία Τσίγκλι καί στήν «Αννα:
«Σταθείτε κι εσείς μές στόν κύκλο μέ τήν κιμωλία, κρατώντας ή καθεμιά από ένα χέρι του παιδιού, καί μόλις πώ «εμπρός», τότε θά προσπαθήσετε νά βγάλετε τό παιδί άπ’ τόν κύκλο. Αυτή πού έχει τή μεγαλύτερη αγάπη στό παιδί θά τό τραβήξει πιό δυνατά πρός τό μέρος της».
Στήν αίθουσα δημιουργήθηκε κάποια αναστάτωση. Οί ακροατές στεκόντουσαν στά νύχια των ποδιών τους καί μάλωναν μέ τούς μπροστινούς τους.
Μόλις οί δυό γυναίκες μπήκαν στόν κύκλο κι έπιασαν από ένα χέρι του παιδιού, έγινε καί πάλι νεκρική σιγή. Ως καί τό παιδί βουβάθηκε λές καί κατάλαβε γιά τί πρόκειται. Έστρεψε πρός τά πάνω τό πλημμυρισμένο από δάκρυα προσωπάκι του καί κοίταξε τήν ‘Αννα. Τότε ό δικαστής έδωσε τό παράγγελμα: «Εμπρός!»
Καί μ’ ένα πολύ δυνατό τράβηγμα, έσυρε ή κυρία Τσίγκλι τό παιδί πρός τό μέρος της. Ή Άννα τό κοίταζε ταραγμένη καί χωρίς νά πιστεύει στά μάτια της γιά ό,τι συνέβαινε. ‘Από φόβο μήπως καί γίνει ζημιά στό παιδί, αν συγχρόνως τό τραβούσαν από δυό αντίθετες κατευθύνσεις, άφησε αμέσως τό χεράκι του.
Ό γερο-Ντόλιγκερ σηκώθηκε.
«Κι έτσι», είπε δυνατά, «μπορέσαμε νά μάθουμε ποιά είναι ή πραγματική μητέρα. Πάρτε τό παιδί άπ’ αυτή τή βρωμιάρα. Είναι ικανή νά τό κάνει κομμάτια».
Εκανε νέυμα στήν ‘Αννα καί βγήκε γρήγορα άπ’ τήν αίθουσα γιά νά φάει τό πρωινό του.
Καί τίς επόμενες βδομάδες, διηγούνταν οί χωρικοί άπ’ τά περίχωρα, αυτοί πού τό μάτι τους έκοβε, πώς όταν ό δικαστής έδωσε τό παιδί στή γυναίκα από τό Μέριγκ, της έκλεισε τό μάτι, μέ σημασία.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Ό κύκλος μέ τήν κιμωλία τού ‘Αουγκσμπουργκ: Πρωτοδημοσιεύτηκε τό 1949 στά «Ημερολογιακά διηγήματα».

Πηγή :

ΜΠΕΡΤΟΛΝΤ ΜΠΡΕΧΤ » Ο κύκλος με την κιμωλία του Άουγκσμπουργκ» Σύγχρονη Εποχη 1982

 *Ο πρόλογος της ανάρτησης είναι το οπισθόφυλλο της έκδοσης

 

Από την Redflecteur

Advertisements

4 thoughts on “Ο κύκλος με την κιμωλία του Άουγκσμπουργκ

  1. Παράθεμα: Ο κύκλος με την κιμωλία του Άουγκσμπουργκ | Ώρα Κοινής Ανησυχίας

  2. Παράθεμα: Ο κύκλος με την κιμωλία του Άουγκσμπουργκ… « απέραντο γαλάζιο

  3. Παράθεμα: Ο κύκλος με την κιμωλία του Άουγκσμπουργκ – dionblmts

  4. Παράθεμα: Ο κύκλος με την κιμωλία του Άουγκσμπουργκ | Like and Mention

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s