Ο Σταύρος Τορνές ήταν Κινηματογραφιστής.

1458469_178128085721819_1588630929_n

Μανιφέστο

Γιατί κάνω κινηματογράφο;

Πέρασαν δέκα χρόνια πού συντάξαμε μαζί με τον Τσιριάκο Τίζο τούτο το μικρό μανιφέστο.

Ακόμα το πιστεύω

Ισχυρισμός

Ο κινηματογράφος Δεν είναι το έργο των Δισεκατομμυρίων.

Ο κινηματογράφος Δεν είναι έργο Αστέρων.

Ο κινηματογράφος Δεν είναι το Θέαμα των πολυεθνικών.

Ο κινηματογράφος Δεν είναι εγγραφή βιντεοταινίας.

Ο κινηματογράφος Δεν είναι έργο της όμορφης φωτογραφίας, του τέλειου πλαισίου, της καθαρής και κατά συνθήκη ηχητικής μπάντας της πλούσιας σκηνογραφίας.

Ο κινηματογράφος Δεν υπάρχει χωρίς φιλμ. Αλλά φιλμ υπάρχει μόνο όταν ξεκινά από την απόφαση βαθιά μέσ’ απ’ τα σπλάχνα εκείνου που το κάνει και ΟXΙ από την ηλίθια αποφασιστικότητα των Προγραμματιστών, Χειριστών της κουλτούρας, Παραγωγών της ψωλής, Στελεχών επιχειρήσεων, Λειτουργών διαφόρων, Τραπεζιτών, Γραφειοκρατών, Βοηθητικών.

Ο κινηματογράφος Είναι τα Δικά μας φιλμ

Ο κινηματογράφος Είναι η άρνηση του τεχνικισμού και του σημειολογισμού.

Ο κινηματογράφος Είναι ο τόπος που Εσύ και Εγώ γνωριζόμαστε, “’Εγώ” και Άλλοι αγκαλιαζόμαστε.

Ο κινηματογράφος Είναι όλα τα έργα που δεν έγιναν αλλά θεάθηκαν εκστατικά μέσα στην έκρηξη της Ύπαρξης.

Ο  κινηματογράφος Είναι ή απελευθερωτική προσήλωση του Περιθωρίου στην αναζήτηση του ατομικού του Κόσμου.

Ο κινηματογράφος Είναι ο χώρος της Κατάρας και της Μέθης.

Ο κινηματογράφος Είναι αιώνια αναλογία του Είναι.

Ο κινηματογράφος Είναι η Κοινωνία που αναπαράγεται κάτω από μια μοναδική συνθήκη: να αφήσει να διαφανεί το Είναι, ο Χρόνος (Κόσμος), πίσω από της πλευρές του Λογισμού.

Ο κινηματογράφος Είναι το σημείο συνάντησης-σύγκρουσης μεταξύ του πραγματικού και του αδιανόητου, του φανταστικού και του αδύνατου.

Ο κινηματογράφος Είναι αυτή η Υπόσχεση-Απειλή: η επιστροφή του Ασύλληπτου, η τόλμη του Απρόβλεπτου.

Ο κινηματογράφος Δεν είναι οι ταινίες που παίζονται στην τηλεόραοη.

Ο κινηματογράφος Δεν είναι τα δασκαλέματα των ειδικών.

Μάϊος 1987

1426594_177870312414263_1886057695_n

O Tορνές για το σινεμά

Θα ήθελα ο κινηματογράφος που παράγεται στην Ελλάδα να ξαναβρεί αυτό που μας άφησε ο βωβός κινηματογράφος : τη σαφήνεια και τη δύναμη.

… παρ’ όλο το χαμηλό κόστος τους, οι ταινίες μου προσπαθούν να μην υστερούν. Tελικά αυτό που παίζει ρόλο είναι το δημιουργικό στοιχείο. ‘Όχι τα μέσα..

Δε θεωρώ ότι οι ταινίες μου είναι εκείνες που εμποδίζουν τους θεατές να τις δουν. Είναι οι μηχανισμοί. θα έπρεπε να υπάρχει μία εμπορική υποδομή που δεν περιφρονεί τα 10.000 εισιτήρια.

Αν δε σε απασχολεί το Σινεμά ως Τέχνη, τότε τι πας να κάνεις; Να πραγματώσεις την απλή επιθυμία των ανθρώπων να φωτογραφίζονται; Μα, αυτό μπορεί να το κάνει ο καθένας.

Στο χώρο του Ελληνικού Κινηματογράφου υπάρχει πολύ πάθος και πολύ κέφι, αλλά υπάρχει λίγη αγάπη, Γιατί αν υπήρχε αγάπη θα μπορούσε ν’ αναπληρωθεί το γεγονός του αρνητικού περιβάλλοντος που συναντά κατά τη φάση της υλοποίησης μία ταινία.

Βέβαια, εύκολα σ’ αυτό τον τόπο μπορούν να σου δώσουν μια κλοτσιά. στο σκαμνί που κάθεσαι, να πέσεις και να μην ξανασηκωθείς. Αλλά αυτά θα φοβηθούμε;

Εγώ, όσα σκαμνιά κι αν μου γκρεμίσουν , αργά ή γρήγορα, μ, ένα κομματάκι φιλμ, θα την κάνω την ταινία μου, Αυτό που με λυπεί είναι ότι oι άνθρωποι του Σινεμά κoλλάνε στις δύσκολες συνθήκες, οι οποίες είναι μεν μια αλήθεια, αλλά δε μπορεί να είναι η δική τους αλήθεια. Που βρίσκεται η αλήθεια τους;

1458516_177866292414665_510939457_n

Ο Κινηματογράφος ήταν και είναι ο εκφραστής μιας άλλης ελευθερίας, μίας άλλης δυνατότητας ζωής, που σήμερα βρίσκει ένα πρόσωπο καινούριο αυτό που θα ονόμαζα εγώ αυθεντική απόλαυση. Το στοιχείο, βέβαια, της απόλαυσης το περιείχε πάντοτε το Σινεμά, αλλά στις μέρες μας το ξαναβρίσκει με πιο δυναμικό τρόπο. Πού βρίσκεται αυτός ο δυναμισμός; Μα, στο γεγονός ότι στα εμπορικά κλειστά κυκλώματα (όπως είναι η Τηλεόραση), που παράγουν μια ξερή αποστεγνωμένη εικόνα ως καταναλωτικό προϊών, ο κινηματογράφος μπορεί ν’ αντιπαραθέσει την απόλαυση; Aυτή η τελετουργία του να είσαι μαζί με άλλους σε μια αίθουσα σκοτεινή, να δεις μαζί τους, να καθηλωθείς από το μέγεθος της εικόνας, δεν αντικαθίσταται με τίποτε.

Πώς θα συναντήσει μια ταινία το κοινό της; Μα, προβάλλοντας κάποια ενδιαφέρουσα πρόταση. Δε μπορεί ένας σκηνοθέτης να μένει αδιάφορος απέναντι στο γεγονός ότι οι άνθρωποι έχουν πάψει να ενδιαφέρονται για το Σινεμά. Μ’ αρέσει όταν οι νέοι δείχνουν περιέργεια για τη δουλειά μου, γελούν, διαλογίζονται, συζητούν γι ‘ αυτή – αυτό μ , ενδιαφέρει και όχι κάποια αόριστη και γενική «επιστροφή» του κοινού στις αίθουσες. Εγώ δεν κάνω ταινίες για να πλουτίσω ή να κόψω εισιτήρια, αλλά για να χαρώ ο ίδιος. Οφείλω, όμως, να ‘χω μιαν ευαισθησία σε ό,τι αφορά όλο αυτό το πλέγμα των σχέσεων που είναι η διανομή και τα σχετικά. Η ταινία πρέπει να ‘χει ένα στοιχείο γοητείας για να κινηθεί. Μ αυτό βέβαια, δεν εννοώ ότι η ταινία πρέπει να υπακούει σε κάποιους κανόνες ή να ‘χει κάποιο συγκεκριμένο χαρακτήρα για ν’ αρέσει.

1425559_177864629081498_310014925_n

Kινηματογράφος είμαστε εμείς και οι ταινίες μας.  Χωρίς αυτές, δεν είμαστε τίποτα. Τα Φεστιβάλ δεν δημιουργούν το Σινεμά, Υπάρχουν ερήμην του. Ωστόσο, έχουν ενδιαφέρον, εκεί συγκρίνονται οι άνθρωποι, αποκτούν ερεθισμούς, έστω και αρνητικούς, έρχονται αντιμέτωποι μ , ένα σκληρό, συχνά ανθρωποφάγo κοινό, σκέφτονται και μπορούν να δουν τι ακριβώς αντιπροσωπεύουν σε μια συγκεκριμένη αρνητική κοινωνική πραγματικότητα.

..Ίσως η αντίδραση του κοινού στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης να βάζει ένα αίτημα σ’ εμάς τους ίδιους. Παρ’ όλο που αρνιέμαι ολοσχερώς την αυτοκριτική (γιατί τις ταινίες σου τις φτιάχνεις για σένα, και από κει και πέρα τίποτε δε σ’ ενδιαφέρει), δε μπορώ να αρνηθώ ότι οι συνθήκες του Φεστιβάλ με προκαλούν σε σκέψη. Εσύ προσπαθείς να, βρεις τον άλλο και ο άλλος δε σε θέλει. Στο βαθμό, όμως, που μέσα απ’ αυτή την αρνητική επαφή υπάρχεις με το έργο σου, είτε εξουθενώνεσαι κυριολεκτικά είτε έρχεσαι για άλλη μια φορά αντιμέτωπος με τον εαυτό σου: λυτρωτική διαδικασία, Χωρίς, λοιπόν, να εύχομαι οι άνθρωποι να βρίζονται ή να διαπληκτίζονται, βρίσκω προτιμότερο έναν διαπληκτισμό από την κρυφή αδιαφορία των ανθρώπων.

1472814_177860462415248_1406098806_n

Ποιός ήταν ο Σταύρος Τορνές ;
Aυτός ο άνθρωπος πέθανε. Οι καλλιτέχνες πεθαίνουν επίσης ακόμα και οι πιο μεγάλοι. Και ο Σταύρος Τορνές – είναι το όνομα αυτού του άνθρώπου, ενός Έλληνα, τον βλέπουμε εδώ στην ταινία του το 1982, (ΜΠΑΛΑΜΟΣ) ζωντανό, ακόμα περισσότερο αλλόφρονα από τρελό άλογο με το οποίο αντιπαραβάλλεται, αυτός εδώ ο άνθρωπος πέθανε.

Κάθε θάνατος είναι ένα σκάνδαλο, αλλά ο δικός του είναι απαράδεκτος. Ο Σταύρος Τορνές δεν είxε δικαίωμα να πεθάνει. Το επέτρεψε στον εαυτό του. Eίxε χωρίς αμφιβολία τους λόγους του, αλλά θα έπρεπε να μείνει αιώνιος.

Το πιο αστείο είναι ότι θα μπορούσε. Ο Σταύρος Τορνές ήταν Κινηματογραφιστής.

Μιά λέξη που σήμερα ακούγεται σα βρισιά, σαν βλασφήμια. Συνήθως χρησιμεύει για να xαρακτηρίζει τούς κιβδηλοποιούς. Η εποχή ανήκει οριστικά στην τηλεόραση (τόσο το καλύτερο) κι αυτό δημιουργεί Μια κατάσταση ώστε την έννοια του κινηματογράφου την έχουν σφετεριστεί οι κατασκευαστές των βίντεο-φίλμς, των οποιονδήποτε φίλμς.

Aυτός ήταν κινηματογραφιστής. Δεν ήταν παρά αυτό Ποιητής, φιλόσοφος, προφήτης.

Αλλά ποιητής στον κινηματογράφο, προφήτης εικόνων / μηνυμάτων για τον πλανήτη.

Ηταν ο μεγαλύτερος των σnμερινών κινnματογραφιστών. Πέθανε μέσα στην ανωνυμία πoυ είχε διαλέξει με τη συνείδηση πως είναι ένα ζώο προς εξαφάνιση, ο επιζών μίας τελειωμένης εποχής όπου οι λέξεις τέχνη και σινεμά, καλλιτέχνης και κινηματογραφιστής δεν ήταν ακόμη xυδαίες λέξεις.

Ηταν νέος. 56 χρονών για έναν κινηματογραφιστή, είναι ή παιδική ηλικία, άλλά το να είσαι ο πιο μεγάλος κι ο πιο άγνωστος, φθείρει. Φθείρει γρήγορα και δυνατά ακόμα κι όταν έχεις διαλέξει να παραμείνεις άγνωστος για να μπορείς να συνεχίσεις να κάνεις σινεμά.

Σε κάθε δευτερόλεπτο ο Σταύρος Τορνές γερνούσε μιά ώρα. Φθαρμένος από την αγωνιά του κινηματογράφου, πέθαινε από την επιθυμία – αγάπης – να τον αναστήσει, έστω με το τίμημα της ίδιας του της καταστροφής.

Να δώσει ζωή στη γυναίκα κινηματογράφο και να πεθάνει.

Φθείροντας το σώμα του τρεφόμενος με οτιδήποτε – μια ηθική τού φτωχού. Χωρίς ασκητισμούς ή άλλες ηλιθιότητες. Χωρίς άλλοθι. Χωρίς δίχτυ.

Απελαυμένος, περιθωριακός, σύντροφος δρόμου όλων των «σκουάτερ» της μεταβιομηχανικής κοινωνίας, όλων των αλητών τού αστικού ντελίριου, φίλος των ζώων επειδή ήταν ένα, ναι λοιπόν, μιά ανωμαλία, ένα ορυκτό, ένα τοπίο αυτός μόνος του, διέσχισε αυτόν τον μισό αιώνα, πολύ γρήγορα για να γίνει αντιληπτός και πολύ αργά για να διακρίνεις ότι κινείται. Πολύ έντονα για να τον αγαπήσουμε.

Οι ταινίες του δεν ήταν παρά δικές του. Δηλαδή εκτός και αν τις δεις (περιμένουμε με ανυπομονησία μιά αναδρομή σημαντική στην ταινιοθήκη, πραγματικές προβολές σε μιά η δύο κινηματογραφικές αίθουσες, άρθρα, αφιερώματα, ίχνη), ε.. είναι αδύνατον να τις περιγράψεις η να τις διηγηθείς. Είναι ένας Παζολίνι περισσότερο παζολινικός από τον Παζολίνι, ένας Στράουμπ λιγότερο δογματικός, ένας Μουρνάου τού παρόντος χρόνου;

Ο Σταύρος Τορνές πέθανε την περασμένη Τρίτη, μιά εικοστή έκτη Ιουλίου, στις εννέα το βράδυ. Εδώ και ένα χρόνο μαχόταν με τους γραφειοκράτες του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, στην Αθήνα, για να του δώσουν, επιτέλους, τέσσερα εκατομμύρια δραχμές για να κάνει την ταινία του. Ήξερε ότι ήταν η τελευταία.

Ήξερε ότι επρόκειτο να πεθάνει (καρκίνος, άρνηση νοσηλείας κ.λ.π.), ήθελε απλά να χρησιμοποιήσει τις τελευταίες του δυνάμεις σ’ αυτόν τον Ροβινσώνα Κρούσο που δε θα δει ποτέ το φως. Τέσσερα εκατομμύρια δραχμές, κάνει περίπου τα 200.000 γαλλικά φράγκα, είκοσι γαλλικά παλιοεκατομμύρια παλαιά ο μέσος όρος των ταινιών του. Oι ‘Έλληνες «κινηματογραφιστές», oι άλλοι, παίρνουν από το κέντρο με τη σειρά, πενήντα, εξήντα εκατομμύρια και πλέον. Είναι σύνηθες να χρειάζονται και πέντε χρόνια για να σκηνοθετήσουν με έμφαση «ταινίες» πού κοστίζουν είκοσι «Σταύρος Τορνές».

Ο Σταύρος γυρίζει σ’ ένα χρόνο ένα αριστούργημα, oι άλλοι μαστορεύουν σε μισή δεκαετία μνημεία ακαδημαϊσμού. ο Παπατάκης μόνος, Ίσως (πού αγαπά, θαυμάζει και ήθελε να οργανώσει ένα αφιέρωμα στον Τόρνε), ξεφεύγει από αυτή την ορδή των δραχμοφάγων που σκότωσαν, λίγο πιο γρήγορα, το «γέρο» Σταύρο.

Την ίδια την ημέρα του θανάτου του, λίγες ώρες πριν το μάθουμε, το Κέντρο ανακοίνωσε πώς παραχωρούσε επιτέλους τα τέσσερά του εκατομμύρια στον ΡΟΒΙΝΣΩΝΑ ΚΡΟΥΣΟ. Δεν ήξεραν. Σήμερα το μετανιώνουν ίσως. Ο χρόνος θα κρίνει.

Ο Σταύρος Τορνές, σκηνοθέτησε στην ‘Ελλάδα με τον Κώστα Σφήκα, την πρώτη του ταινία, ΘΗΡΑΪΚΟΣ ΟΡΘΡΟΣ. Είμαστε στα 1967. Ήδη έχει κάνει τον ηθοποιό, τον τεχνικό, όλων των ειδών τις μικροδουλειές. Θα συνεχίσει να επιβιώνει κατ’ αυτόν τον τρόπο στην Ιταλία, εμφανιζόμενος στην Πόλη των γυναικών τού Φελλίνη, κάνοντας τον βοηθό του Αντονιόνι, κερδίζοντας πάντα μόλις αρκετά για να διατηρηθεί στη ζωή και να γυρίζει.

ΦΟΙΤΗΤΕΣ, ΑΝΤΙΟ ΑΝΑΤΟΛΙΑ, ΚΟΑΤΙ (αύτή ή πρώτη ταινία μεγάλου μήκους θαμπώνει τους θεατές που την αρπάζουν όπως ένα κομήτη στο Φεστιβάλ της Τουλόν / Υέρς στα μέσα της δεκαετίας του ’70). ΕΞΩΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ, τόσοι τίτλοι που δεν είναι, παρά για την ώρα η υπόσχεση μελλοντικών Θαυμάτων.
Τόσα ιταλικά θαύματα, κλεμμένα στο δρόμο, στην απόγνωση, στη δυστυχία.
Το 1982, με την επιστροφή του στην Ελλάδα, ο Σταύρος σκηνοθετεί τον ΜΠΑΛΑΜΟ, ταινία-βουβάλι, δεύτερη μεγάλου μήκους, αυτός του οποίου η εικόνα-άλογο σας κοιτά στο δευτερόλεπτο που εσείς διαβάζετε αυτές τις γραμμές. Το κατοικεί, το παίζει, κάνει δώρο το σώμα του στην ταινία όπως άλλοι στην επιστήμη. Ήδη, αρχίζει να πεθαίνει επειδή ζει πολύ το σινεμά.
Τρεις ταινίες ακόμη, ΚΑΡΚΑΛΟΥ (1984), ΝΤΑΝΙΛΟ ΤΡΕΛΕΣ (1986), ΕΡΩΔΙΟΣ (1987), καί τέλος. Μυθολογίες καθημερινές, φιλοσοφικές εποποιίες, αλληγορίες κακογραφημένες.
Βλέπουμε τον κόκκο της ταινίας, το δέρμα των ζώων, τα μάτια των ανθρώπων. Βλέπουμε καθαρά.
Στις εικόνες που μας αφήνει ο Σταύρος Τορνές, οι μεθύστακες κάνουν τον Ρεμπώ, οι φουρνάρηδες παίζουν κάνοντας έρωτα με την άμμο, οι νέγροι καλούν τη μαυράδα.
Είναι ένας κινηματογράφος πριν από τον κινηματογράφο. Όμηρος στην κάμερα, Ηράκλειτος στον ήχο. Ένας κινηματογράφος ρακοσυλλέκτης, ψιθυρισμοί -‘Εμμαούς, επωδοί στον Λυμιέρ: Γιατί με άφnσες τελείως μόvο, εφευρέτn του διαβόλου;
Ο Σταύρος έχει συζητήσει έτσι, σε κάθε στιγμή της ζωής του, με το Θεό Σινεμά. Υπήρξε αιρετικός, φιλόσοφος, φτωχός ανάμεσα στους φτωχούς. Στο «Γιατί κινηματογραφείτε»; αναφέρει ένα από τα κείμενά του, του 1977: Ο κινηματογράφος είvαι ο χώρος όπου εσύ κι εγώ άvαγvωριζόμαστε, «εγώ» και οι άλλοι αγκαλιαζόμαστε.
Η αγάπη, τίποτα άλλο.
O Σταύρος έτσι μίλησε, έζησε, κινηματογράφησε μαζί με τη Σαρλότ Βαν Γκέλντερ. Χωρίς αυτήν, τίποτα δε θα υπήρχε. Δεν θα ‘χει πεθάνει όσο αύτή είναι εδώ για να συνοδεύει τις ταινίες που μαζί έκαναν.
Σε κάποιο μέρος στον κόσμο, όμως, ένα ορφανό κλαίει.
LIBERASION 1/ 8 /1988 Louis SKORECKI, (μετάφραση από τα Γαλλικά Σταύρος Καπλανίδης)

1499482_193125870888707_1877436523_n

Σταύρος Τορνές –Ο φτωχός κυνηγός του Νότου ,το  ντοκυμαντέρ του Σταύρου Καπλανίδη για τη ζωή και το έργο του Τορνέ.

Ευχαριστώ απ την καρδιά μου ,τον Μάριο Καραμάνη, βoηθό, ηθοποιό και συνοδοιπόρο του Σταύρου Τορνέ για τον θησαυρό που ανέδειξε μέσα από τη σελίδα του στο Facebook.

Η σελίδα εδώ :

Stavros Tornes Σταύρος Τορνές

Συνεχίζεται στο άμεσο μέλλον…

Απ’την Redflecteur

  
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s